Ένα διήγημα για τις δύσκολες αποφάσεις

Αποφάσεις

Στο διήγημα αυτό, ήθελα κάπως να φέρω στην επιφάνεια και να μιλήσω για το γεγονός πως πολλές φορές δυσκολευόμαστε να φύγουμε από καταστάσεις που μας είναι γνώριμες, ακόμα κι αν μας στερούν την ελευθερία. Για το πώς καθηλωνόμαστε ακριβώς λόγω αυτής της οικειότητας αλλά και του φόβου του αγνώστου μπροστά μας.

Photograph by Imat Bagja Gumilar

Την πρώτη φορά που τον είδα ήμουν στο δάσος κοντά στην πόλη που έμενα. Πήγαινα συχνά εκεί από τότε που μετακόμισα. Ήμουν τότε – όταν αποφάσισα να μετακομίσω – 32 χρονών και δούλευα ήδη αρκετά χρόνια στην εξυπηρέτηση πελατών. Είχα μόλις τελειώσει το δεύτερο μεταπτυχιακό μου και ήμουν μπερδεμένη. Ένιωθα χαμένη. Όλα μου τα χρόνια δούλευα και άλλαζα σπουδές και ασχολίες για να δω τι μου αρέσει. Να δω που ανήκω. Τόσα διαφορετικά και στην ουσία τίποτα. Ένιωθα σαν να ήμουν στην αρχή. Στο μηδέν. Χρειαζόμουν λίγο χρόνο με τον εαυτό μου. Να σκεφτώ. Να ηρεμήσω. Ύστερα από τόσα χρόνια τρεξίματος και αναζήτησης, είχα απελπιστεί. Ποια ήμουν; Τι ήθελα; Έτσι αποφάσισα να κάνω ένα χρόνο αποχή απ’ όλους και απ’ όλα. Οι αποτυχημένες σχέσεις στο ενεργητικό μου, στεκόταν ακόμα ένας λόγος να θέλω να φύγω και να τα αφήσω όλα πίσω. Δεν είχα τίποτα. Δεν με κρατούσε κανένας.

Βγήκα στο ταμείο ανεργίας, βρήκα ένα σπιτάκι σε μια πόλη που είχε σε μια απόσταση 20 λεπτών ένα δάσος, πέταξα τα λίγα μου ρούχα σε μια βαλίτσα κι έφυγα. Τους πρώτους δύο μήνες περπατούσα πολύ και κοιμόμουν αρκετά. Κάποια απογεύματα άναβα κεριά στο δωμάτιό μου και καθόμουν στο ημίφως τους να κοιτάω σ’ ένα σημείο σαν υπνωτισμένη. Μετά άρχισα τις βόλτες στο δάσος. Με ηρεμούσε η φύση. Τα δέντρα, το ποτάμι, οι φτέρες… ένιωθα να γαληνεύει η ψυχή μου. Ένιωθα να ανασαίνω μέσα στη θλίψη μου.

Ένα πρωί, εκεί κοντά στο ποτάμι, τον είδα. Ψηλός, μελαχρινός, οι κρόταφοί του είχαν αρχίσει να γκριζάρουν. Με πλησίασε. Μου μίλησε. Είχε μια εντυπωσιακά βαθιά φωνή. Με έκανε να ανατριχιάσω. Τα γκρίζα του μάτια, τα δυνατά του χέρια… Αφέθηκα. Λίγη ώρα μετά είμασταν στο αμάξι του. Όση ώρα οδηγούσε, δεν κατάφερα να δω καθόλου την διαδρομή. Θυμάμαι πως αισθανόμουν όλο μου το κορμί μουδιασμένο αλλά και ταυτόχρονα μια ένταση να το διατρέχει. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Μετά από κάποια ώρα που μου φάνηκε αιώνας, φτάσαμε σε ένα πέτρινο σπίτι. Άνοιξε την πόρτα και το πρώτο πράγμα που αντίκρισα ήταν ένα μεγάλο κρεβάτι στη μέση του δωματίου. Μου είπε να καθίσω και μου έφερε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Ακόμα θυμάμαι εκείνης της πρώτης νύχτας, την αίσθηση του σώματός του πάνω μου. Τη βαριά του ανάσα, τον ιδρώτα του κορμιού του. Να ήταν άραγε αλήθεια ή ζούσα ένα όνειρο; Αυτό θυμάμαι να σκέφτομαι ξανά και ξανά εκείνη τη νύχτα. Έχουν περάσει πέντε χρόνια από τότε κι εγώ βρίσκομαι ακόμα εδώ.

Αιχμάλωτη. Αιχμάλωτη αυτού που πάλεψα με όλη μου τη δύναμη εκείνη τη μέρα δίπλα στο ποτάμι, αλλά με νίκησε. Αιχμάλωτη αυτού που ενώ φώναξα, χτυπήθηκα, κανείς δεν άκουσε να έρθει να με σώσει. Πολλές φορές στα όνειρά μου βλέπω ακόμα πως είμαι συνοδηγός. Ακινητοποιημένη, με δεμένα μάτια. Σκοτάδι. Ανημπόρια. Ξυπνάω με τον ίδιο εκείνο τρόμο που με κατέκλυσε όταν άνοιξε την πόρτα κι αντίκρισα εκείνο το κρεβάτι. Το ίδιο αυτό κρεβάτι που βρίσκομαι και σήμερα δεμένη. Υπάρχουν στιγμές που ακόμα νιώθω εκείνη τη στυφή γεύση του κρασιού, που με ανάγκασε να πιω, στο στόμα μου. Στιγμές που νιώθω την ίδια αηδία να ανεβαίνει στο λαιμό μου από το στομάχι μου, όπως τότε που ήταν ριγμένος πάνω μου.

Μετά τον πρώτο καιρό έκτοτε, όλες οι μέρες άρχισαν να μοιάζουν ίδιες. Πέρασε τόσος καιρός. Με ψάχνει κανείς άραγε; Μαμά… μπαμπά… αδερφή μου… Είμαι εδώ. Σας φωνάζω με το νου μου. Ακούστε με. Ελάτε να με πάρετε. Πέρασε τόσος καιρός. Δεν έχω τίποτα να περιμένω πια. Δεν έχω τίποτα για να παλέψω. Δεν μπορώ να ξεφύγω. Με ελέγχει πάντα. Πάντα. Πώς θα καταφέρω να φύγω; Μα και όλη μου τη ζωή αυτό δεν έκανα; Μήπως να παραδοθώ; Εδώ είμαι ασφαλής. Ξέρω τι να περιμένω. Έχω στέγη, φαγητό, κι εκείνος με επιλέγει ξανά και ξανά. Παρά τα όσα έχει να κάνει, πάντα βρίσκει χρόνο για μένα. Με φροντίζει με τον τρόπο του. Μήπως να σταματήσω να είμαι αχάριστη και να εκτιμήσω αυτά που έχω;

Έτσι όμως θα τελειώσει η ζωή μου; Εδώ θα πεθάνω; Φυλακισμένη; Μα και να προσπαθήσω, θα τα καταφέρω; Αποκλείεται. Δεν μπορώ να του ξεφύγω. Φοβάμαι. Αλλά και να τα καταφέρω, που θα πάω; Τι μέλλον έχω; Τι θα κάνω μόνη μου; Φοβάμαι.

Τι να επιλέξω; Να παραιτηθώ ή να παλέψω;      

Το διήγημά μου αυτό, εκδίδεται από την skillbox και αποτελεί μέρος ενός συλλογικού έργου με τίτλο <<Πεσμένα Φύλλα>> – 34 μικρές ιστορίες. Διανέμεται από την Ανοικτή Βιβλιοθήκη και μπορείτε να το βρείτε και να το κατεβάσετε εδώ.